Μικρομορφολογία

Νεολιθικά ασβεστοκονιάματα στο Σπήλαιο Δράκαινα Πόρου Κεφαλονιάς

Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής των νεολιθικών επιχώσεων του Σπηλαίου Δράκαινα εντοπίστηκαν τέσσερις επιφάνειες δαπέδων, κατά το πλείστον καλά διατηρημένων, σε μία έκταση αρκετών τετραγωνικών μέτρων. Τα δάπεδα αυτά είναι χρώματος υπόλευκου, είναι συμπαγή και σταθερά και με επίπεδη οριζόντια ανώτερη επιφάνεια. Ανάμεσα στα παραπάνω δάπεδα εκτός από ένα πλούσιο αρχαιολογικό υλικό βρέθηκαν και αρκετά θραύσματα υλικών προηγούμενων δαπέδων, που σηματοδοτούσαν πιθανώς την ύπαρξη και άλλων μη καλά διατηρημένων δαπέδων.

Για τη μελέτη των νεολιθικών δαπέδων του Σπηλαίου Δράκαινα χρησιμοποιήθηκαν οι μέθοδοι της μικρομορφολογίας και της φασματομετρίας υπέρυθρης ακτινοβολίας (Fourier transformed infrared spectroscopy: FTIR). Η μικρομορφολογία, η οποία θα μπορούσε να περιγραφεί και ως πετρογραφία χαλαρών ιζημάτων και ανθρωπογενών επιχώσεων, συνίσταται στη δειγματοληψία αδιατάρακτων και προσανατολισμένων τμημάτων επίχωσης, στον εμποτισμό τους με πολυεστερικές ρητίνες, στην κατασκευή λεπτών τομών και στην παρατήρησή τους στο στερεοσκοπικό, πετρογραφικό ή και ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. Η διαφορά από την απλή πετρογραφική εξέταση δειγμάτων δαπέδων συνίσταται στην ταυτόχρονη μελέτη των αποθέσεων που περιβάλλουν τα δάπεδα σε αδιατάρακτη μορφή, έτσι ώστε να είναι δυνατό να μελετηθεί η σχέση των δαπέδων με τα συνανήκοντα προϊόντα καθημερινής χρήσης.

Εικόνα 1

Στην περίπτωση της Δράκαινας έγινε προσπάθεια συνεχούς δειγματοληψίας όλων των στρωμάτων, έτσι ώστε να μελετηθεί το σύνολο των εναλλαγών της στρωματογραφίας. Επιπλέον, έγινε δειγματοληψία τόσο του ασβεστόλιθου στον οποίο έχει διανοιχτεί το σπήλαιο, όσο και υπολειμμάτων νεογενών ασβεστολίθων και μαργών που απαντούν στην περιοχή κοντά στο σπήλαιο με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως δείγματα αναφοράς στη μελέτη των δαπέδων.

Η φασματομετρία υπέρυθρης ακτινοβολίας χρησιμοποιήθηκε συμπληρω­ματικά σε επιλεγμένα δείγματα δαπέδων μια και είναι η καταλληλότερη μέθοδος για την ταυτόχρονη μελέτη των κρυσταλλικών και των μη κρυσταλλικών υλικών, όπως άμορφων φωσφορικών αλάτων καθώς και των μετατροπών των ψημένων άμορφων αργιλικών με τη θερμοκρασία.

Από τη μικροσκοπική μελέτη της νεολιθικής ακολουθίας διαπιστώθηκε η ύπαρξη πολλαπλών φάσεων κατασκευής δαπέδων από ασβεστοκονίαμα. Τα δάπεδα αυτά έχουν συνήθως πάχος 3 με 5 εκατοστά και αποτελούνται από μείγμα ασβέστη, αργίλου και ασβεστιτικών θραυσμάτων μεγέθους κυμαινόμενου από 5 χιλιοστά έως και μερικά μικρά. Το μείγμα ασβέστη και αργίλων δημιουργεί ένα συμπαγές και κατά το πλείστον συνεκτικό μικροκρυσταλλικό ασβεστιτικό ιστό με ελάχιστο πρωτογενές πορώδες. Τα ασβεστιτικό αυτό τσιμέντο αντιδρά με τα περιεχόμενα ασβεστιτικά θραύσματα, τα οποία στις πλείστες των περιπτώσεων δείχνουν χαρακτηριστικά σβόλων μισοσβησμένου ασβέστη λόγω της ατελούς μετατροπής τους σε ασβέστη κατά την πυρολυτική διαδικασία. Χαρακτηρίζονται από ρωγμές συστολής, γκρι θαμπά χρώματα ανάλυσης, μειωμένα χρώματα συμβολής έως και χαρακτηριστικά άμορφου υλικού και στεφάνια αντίδρασης με τη περιβάλλουσα ασβεστιτική μάζα. Λίγοι κρύσταλλοι πολυκρυσταλλικού χαλαζία αστρίων και μαρμαρυγία παρατηρήθηκαν επίσης στη μικροκρυσταλλική μάζα του κονιάματος.

Εικόνα 2

Χαρακτηριστικό πολλών δειγμάτων δαπέδων από ασβεστοκονίαμα στο Σπήλαιο Δράκαινα είναι η παρουσία επάλληλων οριζόντιων μικροσκοπικών επιφανειών θραύσης αποτέλεσμα της συστολής-αφυδάτωσης του ασβέστη.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν δυνατό να διαχωριστούν τρία ή και τέσσερα μικροστρωματίδια σε κάθε δάπεδο, με ασαφή όρια μεταξύ τους. Το κατώτερο χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη περιεκτικότητά του σε υλικά απορρίμματα από τη καθημερινή χρήση του σπηλαίου (στάχτες, κάρβουνα, κόκκαλα κ.λπ.). Το δεύτερο, παρατηρούμενο μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι πλούσιο σε αργιλικά υλικά και ως εκ τούτου έχει χρώμα ερυθρωπό, ενώ το επόμενο έχει χρώμα λευκωπό και είναι πιο καθαρό από το προηγούμενο. Τέλος, μία λευκή επίστρωση καθαρού ασβέστη λίγων χιλιοστών διατηρείται σε ορισμένα σημεία των δαπέδων.

Εικόνα 3

Όσον αφορά τα ασβεστιτικά θραύσματα με τα χαρακτηριστικά ατελούς μετατροπής σε ασβέστη, η περιεκτικότητά τους στο κονίαμα κυμαίνεται από 30-40% περίπου, αποτελώντας κατ’ αυτό τον τρόπο την αδρανή ύλη του κονιάματος. Σε αρκετές περιπτώσεις αναγνωρίζεται ένα αρχικό ασβεστολιθικό έως μαργαϊκό υλικό, το οποίο είναι πλούσιο σε τρημματοφόρα και χαρακτηρίζεται από ομοιόμορφο κοκκώδη μικριτικό ιστό. Κατά θέσεις παρατηρούνται ποσότητες αργιλικών προσμείξεων. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά αναγνωρίστηκαν σε δείγματα νεογενών ασβεστολιθικών και μαργαϊκών πετρωμάτων της γύρω περιοχής. Σε αντίθεση ο ασβεστόλιθος του σπηλαίου είναι ένας αρκετά ανακρυσταλλωμένος βιομικριτικός ασβεστόλιθος με κατά θέσεις σπαριτική μωσαϊκή δομή και ανακρυσταλλωμένα υπολείμματα σκελετικών στοιχείων.

Περαιτέρω η υπέρυθρη φασματομετρία δειγμάτων ασβεστοκονιαμάτων από το Σπήλαιο της Δράκαινας σε σύγκριση με δείγματα νεογενών μαργών από την περιοχή έδειξε ότι τα αργιλικά ορυκτά στο ασβεστοκονίαμα έχουν ψηθεί σε υψηλές θερμοκρασίες. Στα φάσματα παρατηρούμαι την απουσία της κορυφής στην περιοχή των 530 στα δείγματα των ασβεστοκονιαμάτων, η οποία συνδέεται με τη παρουσία των δεσμών των υδροξειλίων στη δομή των αργιλικών ορυκτών. Η καταστροφή της κορυφής αυτής παρατηρείται με θέρμανση συνήθως μεγαλύτερη των 600 oC. Ως εκ τούτου η μικρή ποσότητα αργίλου των ασβεστοκονιαμάτων δεν έχει προστεθεί κατά τη φάση της κατασκευής του δαπέδου, αλλά συνυπήρχε στο μαργαϊκό υλικό που χρησιμοποιήθηκε για τη παρασκευή του ασβέστη.

Εικόνα 4

Η ύπαρξη της σταθερά μεγάλης ποσότητας σβόλων ασβέστη μέσα στα κονιάματα αποδίδεται συνήθως στη πρακτική της κατασκευής ασβέστη με τη διαδικασία της ανάμειξης νερού και σβησμένου ασβέστη επί τόπου στο χώρο κατασκευής του κονιάματος (τεχνική επονομαζόμενη και hot mixing ή dry slaking) και όχι στη χρησιμοποίηση προετοιμασμένου και προ-ωριμασμένου υδαρούς ασβέστη. Άλλωστε, υπέρ μιας τέτοιας διαδικασίας συνηγορούν η δυσκολία προσέγγισης της θέσης , η απόσταση από την πρώτη ύλη και η μικρότερη ποσότητα νερού που χρειάζεται η συγκεκριμένη τεχνική. Η πυρόληση του μαργαϊκού υλικού θα μπορούσε να γίνεται στην πεδινή έκταση των νεογενών σχηματισμών κοντά στο σπήλαιο και το σαφώς ελαφρύτερο υλικό του άσβεστου ασβέστη θα μεταφερόταν ίσως και σε μικρότερα κομμάτια στο Σπήλαιο, όπου και θα παρασκευαζόταν σβησμένος ασβέστης με την επίδραση νερού επί τόπου. Επισημαίνουμε εδώ ότι η πυροτεχνολογία κατασκευής ασβέστη είναι γνωστή ήδη από την Επιπαλαιολιθική και την προ-κεραμική Νεολιθική εποχή στην Ανατολία και ως εκ τούτου θεωρείται ότι προϋπήρχε της κεραμικής τεχνολογίας. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για την κατασκευή ασβέστη κατά τη Νεολιθική Εποχή, αν και προσφάτως έχουν βρεθεί άλλα δύο-τρία παραδείγματα χρήσης ασβέστη στη Νεότερη Νεολιθική.

Το υλικό που επικάθεται στα δάπεδα χαρακτηρίζεται από τις μεγάλες ποσότητες στάχτης από καύση ξύλων και άλλων φυτικών υπολειμμάτων,καθώς και θραύσματα κάρβουνων και καμένων οστών. Σε γενικές γραμμές θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υλικό διασποράς από εστίες με υπολείμματα τροφής, μέσα στο οποίο ενσωματώνονταν θραύσματα από κεραμικά, πυριτόλιθο και άλλα υλικά καθημερινής χρήσης. Κατά διαστήματα πάνω σε τμήμα των υλικών αυτών μετά από μία ελαφρά επιπέδωση κατασκευαζόταν νέο δάπεδο. Υπήρχαν περιπτώσεις που γινόταν ίσως απλή επιδιόρθωση του δαπέδου, όπως φαίνεται από τη μικρή ποσότητα απορριμμάτων αλλά και το μικρό πάχος μόλις μερικών χιλιοστών της στρώσης μερικών δαπέδων. Είναι ενδιαφέρον, λοιπόν, ότι το δάπεδο δε διατηρούνταν επιμελώς καθαρό και σίγουρα η κατασκευή νέων δαπέδων γινόταν χωρίς την ολική απομάκρυνση των απορριμμάτων από τη προηγούμενη χρήση του σπηλαίου.

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν εντοπίστηκαν ούτε ίχνη σταβλισμού ζώων, όπως θραύσματα κοπριάς, αλλά ούτε και μεγάλες ποσότητες φυτολίθων που θα παρέπεμπαν σε εκτεταμένη επεξεργασία φυτικών τροφών ή και αποθήκευσής τους. Απεναντίας σε αρκετά σημεία η επάνω επιφάνεια των δαπέδων έχει δευτερογενώς αλλοιωθεί προς φωσφορικά ορυκτά και μάλιστα απατίτη, όπως επιβεβαιώθηκε και από τη φασματομετρία υπέρυθρης ακτινοβολίας. Επισημαίνουμε, επίσης, ότι η εξαλλοίωση αυτή δε συνδέεται με τα υλικά που επικάθονται στο δάπεδο και ως εκ τούτου δε μπορεί να αποδοθεί σε μετα-αποθετικές διαδικασίες, αλλά στη χρήση του ίδιου του δαπέδου πριν την κάλυψή του με τα απορρίμματα. Η πιθανότερη εξήγηση, λοιπόν, είναι ότι η εξαλλοίωση των δαπέδων είναι αποτέλεσμα της αποσύνθεσης των πλούσιων σε φωσφορικές ενώσεις υπολειμμάτων ζωικών τροφών, στοιχείο που άλλωστε χρησιμοποιείται σήμερα πολύ συχνά για τον εντοπισμό ακόμη και ανοιχτών θέσεων εποχικών καταυλισμών. Σε αντίθεση με τη νεολιθική ακολουθία, το ανώτερο προϊστορικό στρώμα του Σπηλαίου, πιθανότατα της Πρώιμης Εποχής Χαλκού, δε χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη δαπέδων, ενώ βρέθηκαν και μερικά μικροσκοπικά θραύσματα κοπριάς αιγοπροβάτων με τα διακριτικά συσσωματώματα σφαιρουλιτών.

Εικόνες

Εικ.1: Δάπεδο από ασβεστοκονίαμα με μεγάλες ποσότητες σβόλων μισοσβησμένου ασβέστη.

Εικ. 2: Μικροφωτογραφία μικριτικού ασβεστιτικού θραύσματος, με ατελή μετατροπή σε ασβέστη, αφομοιωμένο στην θεμελιώδη μάζα του ασβέστη. Παρατηρούνται επίσης σκούρες περιοχές με ατελή κρυστάλλωση του ασβέστη σε ασβεστίτη. Διασταυρωμένα πολαροειδή.

Εικ. 3: Επιδιόρθωση συμπαγούς δαπέδου από ασβεστοκονίαμα (A) με επίστρωση λεπτού ασβεστοκονιάματος (C) πάνω σε συσσωρευμένα απορρίμματα του δαπέδου (B). Καινούρια απορρίμματα παρατηρούνται πάνω από την επιδιόρθωση (D).

Εικ. 4: Εξαλλοίωση με φωσφορικά ορυκτά (Ph) του ανώτερου τμήματος δαπέδου. Φαίνεται η βαθμιαία αντίδραση της μαύρης εξαλλοιωμένης ζώνης με το υπόλοιπο ασβεστοκονίαμα του δαπέδου καθώς και η ανώτερη οξεία επιφάνειά της που αντιπροσωπεύει την επιφάνεια του δαπέδου. Διασταυρωμένα πολαροειδή.

 

Ιούλιος 2009
Δρ Παναγιώτης Καρκάνας
Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Νότιας Ελλάδας
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Διαφήμιση
Διαφήμιση
GreekEnglish (United Kingdom)